GreekBooks CDS

Basket

ΧΟΡΟΙ ΜΕΤΑΜΦΙΕΣΜΕΝΩΝ ΚΑΙ Η ΓΕΝΕΤΙΚΗ ΤΟΥ ΘΕΑΤΡΟΥ

ΧΟΡΟΙ ΜΕΤΑΜΦΙΕΣΜΕΝΩΝ ΚΑΙ Η ΓΕΝΕΤΙΚΗ ΤΟΥ ΘΕΑΤΡΟΥ

 

Βούλα Λαμπροπούλου

Δ.Ε.Π. ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ

 

Από τότε που εμφανίστηκε ο άνθρωπος στη γη, χόρευε. Έμαθε να χορεύει από τους χορούς των άστρων, από τα πουλιά, από τα ζώα, από τον αέρα που κάνει να λυγίζουν τα κλαδιά και να γέρνουν τα λουλούδια, από τους κυματισμούς του νερού, από τις φλόγες της φωτιάς, από τις αναλαμπές της φωτοσκιάς. Ο χορός ήταν ανέκαθεν πηγή χαράς και ομορφιάς, θρησκευτικής κατάνυξης, λατρείας, μαγείας, ευφροσύνης ή θλίψης.

Στην Αρχαία Ελλάδα είχαν σε μεγάλη εκτίμηση τον χορό. Στους θρύλους και στις διηγήσεις η λογοτεχνία αναφέρει χορούς και χορευτές, και εμπνέει την τέχνη. Οι Έλληνες, εκτός από τις θρησκευτικές εορτές τους χορεύουν στους γάμους, στον θέρο, στον τρύγο και στην ονοματοθεσία του χορού. Όλοι μάθαιναν χορό και μουσική. Υπήρχαν δάσκαλοι μουσικής και χορού. «Αχόρευτος» ήταν ο αμόρφωτος, ο αγενής, ο άσχημος και «κεχορευτικός» ήταν ο ευγενής.

Οι πηγές μας διαβεβαιώνουν επίσης για το πλήθος των εορτών και των πανηγυριών της Αρχαίας Ελλάδας. Καμία αρχαία τελετή δεν γινόταν χωρίς την όρχηση. Ο Ορφεύς και ο Μουσαίος, που ήταν οι ίδιοι άριστοι χορευτές και θέσπισαν μυστικές τελετές, θεώρησαν ότι ήταν πολύ ωραίο να γίνεται η μύηση στις τελετές αυτές με ρυθμό και χορό και τέτοιους νόμους έθεσαν: «Ως τι κάλλιστον και τούτο νομοθετησάντων συν ρυθμώ και ορχήσει μυείσθαι». Απόδειξη δε αυτού λέει ο Λουκιανός (Περί Ορχήσεως ως 15), είναι ότι για τους μεμυημένους λέγεται απλά ότι «εξορχούνται».

Όχι μόνο στην μύηση, αλλά και στη γενετική του  θεάτρου πρέπει να αναλύσουμε την όρχηση. Τέσσερις είναι οι αρχέτυπες μορφές θεάτρου, γεννήτριες και στηρίγματα μυριάδων παραλλαγών τους: Η χορομιμική, η Παντομιμική, η σημαντικότερη και βαθύτερα ακέραια Δραματική και η συνθετικώτερη θεατρική, που χαρίζει στο θεατή τη χαρά του «θεάσθαι».

Η χορομιμική είναι η απλούστερη θεατρική μορφή. Είναι κυρίως μορφή χορευτική, αλλά το έντονο μιμικό στοιχείο της μπορεί να την εντάξει στη θεατρική περιοχή. Στην περιοχή αυτή του θεάτρου εντάσσεται κάποτε και ο ρυθμικός χορός. Όταν η ρυθμική κίνηση προσλάβει μιμικό στοιχείο γεννιέται η χορομιμική, δηλαδή η εκφραστική όρχηση που συχνά σμίγει και ο ρυθμός της κίνησης με ρυθμικό λόγο, περίπτωση που βρήκε το κορύφωμά της στα χορικά της αρχαιοελληνικής τραγωδίας χάρη στον ανεπανάληπτο προσωδιακό λόγο. Ο Πλάτων (Νόμοι 2 816, 3) αναζητώντας το αίτιο που γεννά την όρχηση γράφει: «όλως δε φθεγγόμενος ο άνθρωπος είτε εν ωδαίς, είτε εν λόγοις, ησυχίαν ου πάνυ τω σώματι παρέχεσθαι πας, διό μίμησις των λεγομένων σχήμασι γενομένη την ορχηστρική εξηργάσαντο τέχνην σύμπασαν». Ο Πλούταρχος (Συμποσ. Προβλ. ΙΧ, 747C) αποκαλεί τη χορομιμική «μιμητική μορφής κι ιδέας» και ο Φρύνιχος (στον Ευστάθ. Παρεμβολαί εις Ομήρου Ιλιάδα ΧΙΙΙ 636), περηφανεύονταν ότι έπλασε για τα χορικά των τραγωδιών τόσα χορευτικά σχήματα, όσα πλάθει στον πόντο η ανταριασμένη χειμωνιάτικη νύχτα: «Σχήμασι δ’ όρχησης τόσα μοι πόρεν οσ’ ενί  πόντω κύματα ποιείται νύξ αλόη». Πολλά και σημαντικά τα όσα ταίριασε ο Αισχύλος, αντλώντας από τον πανάρχαιο χορομιμικό θησαυρό των Ελλήνων. Παράλληλα, τα εξαίσια χορικά των τραγωδιών, η ρυθμική κίνηση των εκτελεστών, συνταιριασμένη με το ρυθμό της μουσικής και με τον τότε προσωδιακό λόγο των Ελλήνων, δημιούργησε την περιλάλητη «ένωση τεχνών», μοναδική και ανεπανάληπτη στην ιστορία της θεατρικής τέχνης της ανθρωπότητας.

Παράλληλα, ο Αισχύλος «ποιών τον λόγον πρωταγωνιστήν», θεμελίωσε τη δραματική ποίηση που επηρέασε την όλη θεατρική τέχνη των ευρωπαϊκών λαών. Σε λαούς της Ανατολής, αρχαίους και σύγχρονους, ως πρώτη δύναμη «ιθύνουσα και  πρωταγωνιστούσα», παραμένει παραδοσιακά ή χορομιμικά και παράλληλα ο ψαλμωδούμενος λόγος σκιάζεται βασικά από ένα κυρίαρχο συμβολισμό. Η έρευνα των θεμάτων αυτών ανήκει σε άλλους κλάδους της επιστημονικής θεατρολογίας. Η Γενετική θεωρεί ότι αρχικά φυσικό αίτιο που επέτρεψε τη δημιουργία της χορομιμικής υπήρξε η καίρια αποφασιστική για όλη τη μοίρα της ανθρωπότητας ορθοστασία των πρωτανθρώπων. Αυτή η στάση, ελευθερώνοντας κορμί και χέρι από την τετραποδία, επέφερε την ανάπτυξη της ελεύθερης όρασης και προοπτικής, το κοίταγμα μακριά στο χώρο, ενώ στήριξε την κίνηση και την ευκινησία τους. Εθνολόγοι-ζωολόγοι ερευνούν στα παιχνιδιάρικα πιθηκάκια την έντονη μιμητική κίνηση των πιθηκοειδών. Ανάλογες οι διαπιστώσεις στα μιμικά χοροπηδήματα των παιδιών, και η φυσιολογία θεωρεί τις εκδηλώσεις αυτές ως κοινή πηγή, ως ανακεφαλαίωση της φυλογενετικής κληρονομιάς του ανθρώπου. Από ονογενετική άποψη, η Γενετική διερωτάται αν στους ενήλικες πρωτανθρώπους και στους άμεσα μεταγενέστερους υπήρχαν μιμικά χοροπηδήματα σαν των παιδιών κατά την παιδική ηλικία της ανθρωπότητας.

Στη Γενετική επίσης υπάρχουν βέβαια προβλήματα προτεραιότητας, αλλά δεν μπορεί να βεβαιώσει αν η παντομίμα είναι αρχαιότερη από τη χορομιμική. Πιθανόν η χορομιμική, συνταιριάζοντας την εκφραστικότητα πολλαπλών και κυρίως διαφορετικών κινήσεων με μουσικό ρυθμό, ενέχει συνθετικότητα και ίσως αναπτύχθηκε σε πιο εξελιγμένες κοινωνικές ρυθμίσεις.

Ο λόγος, υποτυπώδης στην αρχή, αντικαθίσταται κάποτε με ξεφωνητά που μιμούνται άναρθρες κραυγές πουλιών ή ζώων, με σκοπό την εξεύρεση τροφής ή την τέλεση κάποιων δρωμένων. Η Γενετική του  θεάτρου αναζητώντας πάντα τις αρχές της διαπιστώνει πολύ προγενέστερα του αρχαιοελληνικού Διθυράμβου της διονυσιακής λατρείας, μαγικά χορομιμοδράματα και αυτοσχέδια «παιχνιδίσματα» μεταμφιεσμένων ή θρησκευτικές ιεροπραξίες. Από τότε ήδη ξεκινούν οι χοροί που μιμούνται διάφορα ζώα. Οι χοροί των ζώων στην αρχή στην Αρχαία Ελλάδα, όπως και αλλού, είχαν θεσπιστεί ή, καλύτερα, είχαν την αρχή τους, στην τελετουργική έκφραση της λατρείας προς αιώνια θεότητα, αλλά με την πάροδο του χρόνου εκφυλίστηκαν και προκαλούσαν μόνο ευθυμία. Πριν χρησιμοποιηθούν για ψυχαγωγία των θεατών, στους αρχαιότερους χρόνους του Ελληνικού πολιτισμού, η θρησκεία χρησιμοποιούσε πρωτόγονους χορούς ζώων που τους εκτελούσαν οι άνθρωποι μ’ έναν ιεροπρεπή τελετουργικό τρόπο.

Ο πρωτόγονος άνθρωπος έδινε μεγάλη σημασία στα ζώα που ήταν οι καλύτεροι σύντροφοι της ζωής του και παρατηρούσε τις κινήσεις τους. Μερικά τα λατρεύει σαν πραγματικούς θεούς ή σαν παροδικές ενσαρκώσεις των θεών. Η Αθηνά ονομάζεται «γλαυκώπις», η Ήρα «Βοώπις» ή «Ταυρώπις». Το φίδι είναι ιερό ζώο για τη Γαία, τη  θεά της γης ή για άλλες θεές ή ιέρειες. Γι’ αυτό μάσκες ή δέρματα ζώων σε χώρους ιερούς παίζουν σημαντικό ρόλο στις τελετές και πιστεύεται ότι κατέχουν ισχυρές μαγικές ιδιότητες.

Οι Έλληνες, όπως και οι άλλοι αρχαίοι λαοί, γνώριζαν ότι μερικά ζώα χορεύουν. Πίθηκοι, ελέφαντες, αιλουροειδή, δελφίνια, μέλισσες, αρκούδες, πεταλούδες και άλλα ζώα χορεύουν σε άγρια κατάσταση. Τα πουλιά χορεύουν μόνα τους ή κατά σμήνη, γι’ αυτό και οι Πρωτοέλληνες ήταν φυσικό να μιμούνται τα ζώα στους χορούς τους. Άλλοτε πάλι οι χορευτές και προπάντων οι χορεύτριες αντί να μεταμφιεστούν κρατούσαν ζώα στο χορό τους, όπως φίδια, ζαρκάδια, ελάφια, λαγούς. Με αυτό το θέμα η εικονογραφία της Αρχαιότητας είναι πλουσιότατη. Απόηχος ίσως τελετουργιών μασκοφορεμένων χορευτριών πολύ παλαιοτέρων εποχών είναι το ανάγλυφο του Β’ αι. μ.Χ. που βρέθηκε στο ιερό της Δέσποινας στα Λυκόσουρα από το κάτω μέρος ενός μαρμάρινου χιτώνα. Εδώ ένδεκα γυναικείες μορφές που φορούν μάσκες ζώων και υποδήματα, που μοιάζουν με οπλές, χορεύουν τρέχοντας ένα γρήγορο χορό λιτανείας, κάτω από τους ήχους της λύρας και του δίαυλου. Μια από τις γυναίκες φοράει μάσκα χοίρου και χτυπάει τις μπροστινές «οπλές» μεταξύ τους. Άλλη φοράει μάσκα αλόγου, άλλη λιονταριού ή γάτας κλπ. και τρεις φορές κυριαρχεί ανάμεσα στις μασκοφόρες χορεύτριες ο κριός. Φαίνεται ότι ο μαρμάρινος χιτώνας ήταν αντίγραφο κεντημένου ή υφαντού χιτώνα, που είχε δοθεί ως προσφορά στη θεά σε παλαιότερη εποχή. Η Δέσποινα – θα μπορούσε να ονομαστεί Μεγάλη θεά, όπως γινόταν με όλες τις γυναίκες θεότητες που λατρεύονταν σε κορυφές βουνών ή ιερές σπηλιές ή πηγές – έμοιαζε με την μεγάλη Κρητική θεά, που είχε διάφορα ονόματα, Άρτεμις, Δίκτυνα, Βριτόμαρτις, θεά των Φυτών, θεά των Κτηνών, θεά του Βουνού.

Γνωρίζουμε ότι προς τιμήν της Μεγάλης θεάς γίνονταν λατρευτικά μυστήρια και φαίνεται ότι τελούνταν και χορός «από ζώα που χορεύουν» όπως γράφουν οι αρχαίες πηγές. Στο ιερό της βρέθηκαν ειδώλια ζώων. Επίσης στον βωμό της βρέθηκαν αγαλματίδια γυναικών με κεφάλια αγελάδας. Παρόμοιο αλλά άγνωστης προέλευσης είναι μικρό αγαλματίδιο από τερρακόττα, που βρίσκεται στο Λούβρο. Δείχνει μια γυναίκα με κεφάλι χοίρου και με σχιστές οπλές αντί για χέρια να χτυπά ένα τύμπανο.

Στη Βραυρώνα ήδη μέχρι τον Ε’ π.Χ. αι. χοροί «άρκτων» χορεύονταν από μικρές παρθένες προς τιμήν της Άρτεμης, που και η ίδια ονομαζόταν «Άρκτος» ή «Παρθένος». Σ’ αυτούς τους χορούς έπαιρναν μέρος κόρες καλών οικογενειών. Τα κοριτσάκια αυτά, 5-10 ετών, φορούσαν κίτρινα τριχωτά κοστούμια, ώστε να μοιάζουν με δέρμα αρκούδας. Οι ανασκαφές στη Βραυρώνα έφεραν σε φως τον «κοιτώνα» των αφιερωμένων στη θεά μικρών άρκτων και τον τόπο που χόρευαν.

Προς τιμήν του Μίθρα οι συμμετέχοντες στις τελετές του «Λέαινες» μούγκριζαν και χόρευαν σαν λιοντάρια. Γνωρίζουμε ότι κατά τη λατρεία του Διονύσου στη Θράκη οι γυναίκες που έπαιρναν μέρος σε διονυσιακούς χορούς συχνά φορούσαν αμφιέσεις από δέρματα αλεπούς. Αναφέρεται ότι η θρακική λέξη βασσάρα σημαίνει αλεπού και ότι στην Ελληνική και τη Ρωμαϊκή λογοτεχνία συχνά η διονυσιακή χορεύτρια αποκαλείται βασσάρα. Σε μια επιγραφή που βρίσκεται στο Metropolitan Museum της Νέας Υόρκης υπάρχει κατάλογος μελών διονυσιακού θιάσου, ήτοι ομάδων χορευτριών ή οπαδών μεταγενέστερης μυστηριακής λατρείας. Τέσσερις από αυτούς αναφέρονται ιεραρχικά ως «Αρχι-Αλεπούδες». Δύο είναι άντρες και δύο γυναίκες (αρχιβασσάραι). Ο χορός αλώπηξ, για τον οποίο δεν έχουμε πολλές πληροφορίες ίσως χρησιμοποιούταν αρχικά σε ιεροτελεστίες για γονιμότητα και αργότερα σε διάφορες θρησκευτικές εορτές.

Στη Λακωνία μερικές ιέρειες της Δήμητρας και της Περσεφόνης ονομάζονταν πώλοι (πουλάρια) και οι εμπνευσμένες χορεύτριες συχνά ονομάζονταν μεταφορικά πουλάρια. Ο γάιδαρος στην αρχαία Ελληνική θρησκεία ταυτιζόταν με τη βλάστηση, τη γονιμότητα και τη μουσική. Στο χιτώνα των Λυκοσαύρων μια χορεύτρια φοράει μάσκα γαϊδάρου.

Η αγελάδα και ο ταύρος εικονίζονται στις Ελληνικές τελετουργίες και η Ήρα σχετίζεται με την αγελάδα. Στη λατρεία του Διονύσου επίσης ο πάνθηρας θεωρείται ιερό ζώο και θα δούμε μικροί και μεγάλοι πάνθηρες να εικονίζονται στην τέχνη. Ο Πίνδαρος (Πυθ. Χ, 36) αναφέρει ότι ο Βρόμιος (Διόνυσος) «διασκεδάζει επίσης με αγέλες ζώων που χορεύουν».

Γνωστή είναι η κάπως παράδοξη περίπτωση των Αθηναίων κοριτσιών, που ήταν υποχρεωμένες να υπηρετήσουν για ένα χρονικό διάστημα τη Βραυρωνία Άρτεμη (της οποίας η λατρεία είχε παράρτημα στην Ακρόπολη), πολλές φορές μιλήσαμε γι’ αυτές και επανερχόμαστε και πάλι, γιατί στενά συνδέεται το θέμα τούτο με τους γυναικείους θρησκευτικούς χορούς και τη γυναικεία προσφορά σε υπηρεσία. Τα καθήκοντά τους δηλώνονταν με τον όρο άρκτεια, διάφοροι δε μύθοι αιτιολογούν γιατί έπρεπε να «κάνουν τις άρκτους». Οι μαρτυρίες αν και ανεπαρκώς τεκμηριωμένες, παρέχουν ορισμένα τυπικά σημεία: «οι νέες όφειλαν να μιμηθούν την άρκτο προ του γάμου τους»… «Έπρεπε προ του γάμου τους να υπηρετήσουν την Άρτεμη ως κανηφόροι, και να προσφέρουν την παρθενία τους για να μην εκτεθούν στην εκδίκηση της Θεάς». Ο μύθος έλεγε ότι κάποια άρκτος που φονεύθηκε ήταν ευνοούμενη της θεάς.

Οι μικρές «άρκτοι» αλλά και άλλες πιστές της θεάς κατά την Κλασσική εποχή μιμούνταν την άρκτο με ένα ορισμένο χορό που μάθαιναν. Δεν ξέρουμε μήπως παλαιότερα γινόταν κάποια μεταμόρφωση και υπό τη μορφή του ζώου αυτού εκδηλωνόταν μανία, άλλοτε περισσότερο και άλλοτε λιγότερο πλαστή. Τα μικρά αυτά κορίτσια που γνώριζαν την τύχη της Ιφιγένειας, της πρώτης ιέρειας της Βραυρωνίας Αρτέμιδος με το κατακίτρινο φόρεμά τους, που ήταν το επίσημο ένδυμα «των άρκτων» ικανοποιούσαν τα θελήματα της θεάς και έτσι εξαγόραζαν τη ζωή και την παρθενία τους κατά την έκφραση του H. Jeanmaire. Όσο για τις παρθένες που υπηρετούσαν την Αθηνά υπό ανάλογες συνθήκες, γνώριζαν καλά ότι η βασιλοπούλα Άλγαυρος και οι αδελφές της λόγω της περιέργειάς τους παρέβησαν τις εντολές της θεάς, τιμωρήθηκαν με τρέλα και κατακρημνίσθηκαν από τον βράχο της Ακρόπολης. Οι μύθοι του Ηραίου παριστάνουν τις παρθένες να αφιερώνονται στη μεγάλη θεά μετά από μια μεταδοτική μανία, που υποδηλοί τις δυσκολίες αμφοτέρων των φύλων κατά την περίοδο της ήβης και την εκδήλωση αγριοτέρων συναισθημάτων.

Άλλες μαρτυρίες για την τιμωρία τους μας διαφωτίζουν για το θέαμα που παρουσιάζουν οι Προΐτιδες. Κατά τον Αιλιανό περιπλανώνταν γυμνές και κατά τον Απολλόδωρο σε πλήρη ακαταστασία. Κατά τον Ησίοδο έχασαν το κάλλος τους: τα μαλλιά τους έπεσαν και υπόλευκοι λεκέδες κάλυψαν το δέρμα τους. Η εικόνα αυτή των δυσμαινών μοιάζει με την εμφάνιση των γυναικών, οι οποίες εξακολουθούν να τελούν συλλογικά, κατά τις σύγχρονες τους μαρτυρίες, τις ιδιαίτερες τελετές. Οι λευκές κηλίδες ίσως να ήταν επάλειψη γύψου ή λευκού χρώματος για την μύηση. Κατά τη διάρκεια μιας ιεροτελεστίας στην Ηλεία, της οποίας προΐστατο η Άρτεμη, κοντά στις όχθες του Αλφειού, οι νέες μεταμφιέζονταν κατά τον προηγούμενο τρόπο, γιατί σύμφωνα με τον μύθο η θεά και οι νύφες της άλειφαν το πρόσωπό τους με λευκή άργιλο. Οι χοροί δε εκεί προς τιμήν της Αρτέμιδος Αλφειαίας είχαν χαρακτήρα οργιακό, όπως και οι άλλοι χοροί διαφόρων μερών της Πελοποννήσου που αποδίδονταν στη λατρεία αυτής της θεάς.

Τα αρχαϊκά χαρακτηριστικά της Μεγάλης θεάς, της φύσης της Προελληνικής περιόδου αναγνωρίζονται καλύτερα την πολύμορφη φυσιογνωμία της Άρτεμης που είναι η μεγάλη θεά των Ελλήνων και των χορών τους, απαιτητική και φοβερή.

Ο συγγραφέας του άρθρου Saltatio στο λεξικό Duremberg – Saglio μεταξύ των οργιαστικών χορών που χόρευαν στην Σπάρτη προς τιμήν της Αρτέμιδος Κορυθαλίας τον Κόρδακα (που χόρευαν στην Ήλιδα προς τιμήν της Αρτέμιδος Κορδάκης ή της Αλφειαίας Αρτέμιδος) κατά τον οποίο βάφονταν με άσπρο χρώμα κατά το παράδειγμα της θεάς και των νυμφών της. Η ονομασία Καρυάτιδες ίσως μας έκανε να νομίσουμε ότι στις Καρυές της Λακεδαίμονος ο χορός θα είχε βραδύ ρυθμό, γιατί με την ονομασία αυτή παριστάνοντο οι ωραίες, γνωστές, κιονόμορφες γυναίκες με τον κάλαθο στην κεφαλή.

Αντίθετα οι ορχούμενες Καρυάτιδες χόρευαν μια παραλλαγή του χορού καλαθίσκου, έναν ταχύ ζωηρό χορό, με στροφές πολλές. Από τον τίτλο της χαμένης κωμωδίας του ποιητή Πρατίνου «Καρυάτιδες ή Δυσμαίναι», οι δυσμαίναι ήταν δύσμορφες βάκχες της Λακεδαιμόνας ή ήταν μεταμφιεσμένες και έφεραν στην κεφαλή στεφάνι από φύλλα αιχμηρά με τις αιχμές προς τα πάνω, συμπεραίνουμε παράξενη μεταμφίεση.

Χοροί γνωστοί που οι χορευτές μιμούνται διάφορα είδη ζώων είναι πολλοί.

  1. Ο Μορφασμός (Αριστοφ. Σφήκ. 1169, Ανακρ. Απόσπ. 57). Κατά τον Σωκράτη «μορφάζω» σημαίνει χορεύω.
  2. Γύπωνες. Οι χορευτές φορούσαν ξύλινα πόδια που πρέπει να μιμούνταν τις κινήσεις των γυπών.

και άλλοι παρόμοιοι.

Χοροί που οι χορευτές έφεραν σκευές ή μάσκες ζώων ή πτηνών ή ψαριών ήταν επίσης πολλοί συνηθισμένοι στην Αρχαία Ελλάδα.

  1. Λέων, ένα είδος τρομακτικής όρχησης κατά τον Αθήναιο.
  2. Σκωψ – σκοπίας, είδος χορού που έχει στριφογυρίσματα του λαιμού σαν να μιμείται τον κόκορα ή πτηνά συλλαμβανόμενα.
  3. Γλαυξ. Πολύ τακτικά στην Ελληνική λογοτεχνία αναφέρονται οι κωμικοί χοροί της «κουκουβάγιας» (Αιλ. Ποιητ. Ιστ. 15, 28. Πολύδ. Ονομ. Δ’ 103), που μιμούνταν το καμαρωτό βάδισμα του πουλιού, το τίναγμα και το υπερβολικό στρίψιμο του λαιμού του και το επίμονο και διαπεραστικό του βλέμμα. (Αριστοφ. Σφηκ. 1479, 1490). Υπήρχε και χορός πετεινών και χορός σπουργιτιών (Αθην. Η’ 360 b-d). Ο Αριστοφάνης, ο Κράτης και ο Μάγνης έγραψαν από μια κωμωδία με τον τίτλο Όρνιθες, ο πρώτος έγραψε και άλλη με τον τίτλο Πελαργοί και ο Κάνθαρος με τον τίτλο Αηδόνια. Σ’ αυτά τα έργα τα μέλη του χορού ήταν ντυμένα σαν φανταστικά, πολύχρωμα πουλιά και ο χορός σε όλες τις πρώτες κωμωδίες χόρευε.

Η χάρη, η ομορφιά του πουλιού που αιωρείται ή οι αστείες κινήσεις του στο έδαφος, το πέταγμα, το κατέβασμα, το βάδισμα, φαίνεται να έχουν προκαλέσει τη μίμηση σε όλες τις γωνιές της γης, από τη Λίθινη εποχή μέχρι σήμερα.

Στους χορούς των ζώων πρέπει να αναφέρουμε τον Χορό της Κίρκης. Η Κίρκη κατά μια νεότερη ερμηνεία ήταν θεά, «πότνια θηρών». Χρησιμοποιεί τη ράβδο και ένα γλυκό τραγούδι και κάνει τους άντρες ζώα. Οι μελετητές σήμερα συνδέουν το μύθο με εκστασιακούς χορούς, που οι άντρες χόρευαν με μάσκες ζώων. Ο Λουκιανός (Περί Ορχ. 85) υποστηρίζοντας ότι το θέαμα του χορού καθώς και η αγάπη προς αυτόν κατακτά τον θεατή σε τέτοιο σημείο, ώστε να φθάνει μέχρι μανίας από τη μαγεία, επικαλείται την Κίρκη

«θαύμα μ’ έχει ούτι πιών τάδε φάρμακ’ εθέλχθης»

(Απορώ πως χωρίς να πιείς αυτά τα μαγικά ποτά μαγεύτηκες).

«Θελχθήση γαρ και μα Δι’ ουκ όνου κεφαλήν ή συός καρδίαν έξεις….»

(γιατί θα μαγευτείς χωρίς συγχρόνως ν’ αποκτήσεις όνου κεφαλή ή καρδιά χοίρου).

και η Νύσσα, χορός για τον οποίο γίνεται λόγος στον Νόννο (Διον. ΧΙΧ 148-155) που ο χορευτής χορεύει με τα πόδια, τα χέρια, τα δάκτυλα, το κεφάλι, τα μάτια.

 

Η Ζωομορφία του Μαιναδικού χορού

Σταθερή πράξη του Μαιναδισμού είναι το ένδυμα από το δέρμα του ιερού ζώου. Η παρδαλέη, η νεβρίς, η τραγή είναι σταθερά εμβλήματα της μαινανδρικής λατρείας. Ίσως ο τύπος τους περνά από ένα σύστημα αποτρεπτικών ιερουργιών που κλασσικό παράδειγμά τους το δίνουν τα «Βουφόνια» της Αθήνας. Η εκστασιακή κίνηση των χορευτών με μάσκες ζώων, οι δραματικές τους κάποτε παραστάσεις και η πομπική τάξη τους μαρτυρούν θιασική πράξη. Σε κάθε παρόμοια μορφή εντοπίζουμε την αρχή του θεάτρου στην αρχαιότητα. Ονομαστικά λείψανα της ζωομορφής αυτής παράδοσης είναι τα ονόματα των ζώων που παίρνουν οι λειτουργοί σε ορισμένες αρχαιοπαράδοτες λατρείες. Οι ιερουργίες πάντα στο Αρκαδικό Λύκαιον μαρτυρούν θιασική τροπή ενός γένους «Λύκων».

Οι κόρες που θητεύουν στη λατρεία της Βραυρωνίας Αρτέμιδος λέγονται άρκτοι, ο χορός κι η θητεία τους αρκτεία και το κιτρινωπό φόρεμά τους εξηγείται ως λείψαν αρκτομορφίας. Ο μυητικός χαρακτήρας των δύο αυτών λατρειών μαρτυρεί θιαστικές ιερουργίες. Οι έφηβοι που οινοχοούν στην εορτή του ταυρικού  θεού Ποσειδώνα στην Έφεσο λέγονται ταύροι. Οι Σιληνοί ή Σάτυροι έχουν αλογοουρές, μια κατηγορία των μελών του θιάσου των Ιοβάκχων λέγονται Ίπποι.

Ιέρειες της Δήμητρας και της Κόρης στη Λακωνία διατηρούν το όνομα πώλοι. Οι τρεις ιέρειες στη Δωδώνη λέγονται «αργιοπεριστέρες»: πέλεαι ή πελειάδες. Ιέρειες και μύστισες της Δήμητρας λέγονται μέλισσαι, που γενικεύεται κατόπιν σ’ όλες τις ιέρειες. Γνήσια λείψανα της θιασικής ζωομορφίας περιέχουν οι χοροί χορευτών που φορούν μάσκες ζώων στην εικονογραφία και στην κωμωδία (Ζωομορφική χοροί: τα θηρία του Κράτητος, οι Κένταυροι του Αριστοφάνη και άλλων, οι Αίγες του Ευπόλιδος, οι Όρνιθες του Αριστοφάνη, του Μάγνητος και του Κράτητος, οι Πελαργοί, οι Βάτραχοι και οι Σφήκες του Αριστοφάνη, οι Μύρμηκες του Κανθάρου και του Πλάτωνος και οι Ιχθύες του Αρχίππου). Μιλήσαμε επίσης για ζωομιμικούς χορούς, όπως ο «Μορφασμός», «παντοδαπών ζώων μίμησης», ο «Λέων» «φοβεράς ορχήσεως είδος» κι ο «Σκωψ» (όνομα κουκουβάγιας), «είδος ορχήσεως έχον τινά του τραχήλου περιφοράν κατά την του όρνιθος μίμησιν, ου υπ’ εκπλήξεως προς την όρχησιν αλίσκεται». Τους ζωομορφικούς και ζωομιμικούς αυτούς χορούς τους πολλαπλασιάζουν οι ερευνητικές εικασίες.

Εκπληκτικό είναι ότι κάποτε σε μυητικές πράξεις ή ιερουργίες έχουμε μια κλαδένια σκηνή. Τα μέρη όπου στήνονται τα ιερά πανηγύρια λέγονται «σκιάδες». Το στοιχείο ξαναβρίσκεται στις Λακωνικές εορτές, όπως τα Τιθηνίδια και τα Υακίνθια, όπου συνδυάζεται με τις «στιβάδες» («πρώτον μεν σκηνάς ποιούνται παρά τον θεόν, εν δε ταύταις στιβάδος εξ ύλης, επί δε τούτων υποστρωννύουσιν εφ’ αις τους κατακλιθέντας ευωχούσιν».

Στην Ηλεία γίνονται χρονιά παρά χρονιά τα Σκιέρεια και φαίνεται να σχετίζονται με την «σκιάδα». Η «σκηνή» του Αθηναϊκού θεάτρου φαίνεται να είναι η κόρη της «σκιάδας» αυτής που προέρχεται από την καλύβα του μυητικού αποκλεισμού. Η λατρεία ενός Διονύσου «Σκιανθίου», ενός Απόλλωνος «Σκιαστού» και μιας Αρτέμιδος «Σκιάτιδος», φαίνεται να φθάνουν από το αρχαίο τούτο μυητικό στοιχείο που γινόταν στη σκηνή.

Στα όργια του μαιναδικού θιάσου πιστεύεται πως παρουσιάζεται ένας αρσενικός κορυφαίος. Το χαρακτηριστικό του κοφυφαίου αυτού είναι το γυναικείο ντύσιμό του. Εικάζεται από τον Πενθέα των «Βάκχων» που ο Διόνυσος τον ντύνει γυναικεία για να τον οδηγήσει στους μαιναδικούς θιάσους που έμμεσα από το ντύσιμο και τους «καθόρνους», στους ηθοποιούς της Τραγωδίας. Έτσι ο Διόνυσος, ως θεός γυναικείων θιάσων και χορών είναι γυναικοντυμένος με έντονα γυναικείο χαρακτήρα. Φορά «καθόρνους», γυναικεία υποδήματα, τον «κροτωτόν» ριχτό γυναικείο μανδύα, και «μίτραν», γυναικείο ανάδεσμα των μαλλιών.

Το έθιμο να ντύνονται οι άνδρες γυναικεία στα «Διονύσια» και το αντίστοιχο να ντύνονται οι γυναίκες ανδρικά που το μαρτυρεί μια «εικόνα» του Φιλόστρατου «συγχωρεί δε ο κώμος και γυναικί ανδρίζεσθαι και ανδρί θήλυν ενδύναι στολήν» είναι συνηθισμένο φαινόμενο από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα.

Γνωρίζουμε ότι η αλλαγή του φορέματος των φύλων είναι μυητικό έθιμο που έχει παραμείνει στην αρχαία Ελλάδα στα εποχικά πανηγύρια.

Ο Κώμος, ένα τέτοιο πανηγύρι, ήταν χορός και εορτή στην Αρχαία Ελλάδα. Εορτή της υπαίθρου με τραγούδια και χορούς προς τιμήν του Διονύσου και στη συνέχεια εορτή με τραγούδια και χορούς στους δρόμους προς τιμήν ενός νικητή ή για την επέτειο μιας νίκης στους τέσσερις μεγάλους αγώνες της Ελλάδας (Δημοσθ. Νομ. 517, Πίνδαρ. Ολυμπ.  IV, Πυθ. V. 28). Κατ’ επέκταση «κώμος» σημαίνει συμμετοχή στη χαρά όπου οι καλεσμένοι μετά μουσικής, τραγουδιών και χορών (Αριστοφ. Πλ. 1040, Πλάτ. θεαίτ. 173b).

Ο Δημοσθένης μαρτυρεί τη χρήση προσωπείων στους κώμους (19, 287), τόσο δυνατή δε είναι η χρήση των προσωπείων ώστε σε πομπές προς τιμήν του Διονύσου, ο επικεφαλής του θιάσου κρατεί την προσωπίδα, που, υποτίθεται, εικονίζει τον Διόνυσο, και χορεύουν. Ήδη ο Δημοσθένης τους συμμετέχοντες στους χορού του κώμου ονομάζει κωμωδούς και τραγωδούς (21, 517). Σ’ αυτό τον χορό μεταμφιέζονταν επίσης σε ζώα, και ως προς αυτό υπάρχει αναλογία της εορτής αυτής με ανάλογη των Συρακουσών προς τιμήν της Αρτέμιδος Λυαίας.

Τα επιφάνεια του Διονύσου, τα Καταγώγια, έπαιρναν πάντοτε τον χαρακτήρα του θριάμβου με τις πομπές και τις μεταμφιέσεις, ήταν ο θρίαμβος των δυνάμεων της ζωής και της ανανέωσης. Ο κώμος, δηλ. οι μεταμφιεσμένοι, περπατούσαν χορεύοντας θριαμβευτικά, πράγμα που συμφωνούσε με την ελευθεριότητα της εορτής.

Κατά την Έλληνο-Ρωμαϊκή περίοδο στις τελετουργικές εκδηλώσεις της μυστηριακής λατρείας του Μίθρα, δινόταν έμφαση στο δόγμα της μετεμψύχωσης με αμφιέσεις των πιστών σε ζώα και με ενδύματα στολισμένα με απεικονίσεις ζώων. Μερικοί από τους λάτρεις και εδώ είχαν ονόματα πουλιών.

Σε μια γιορτή στην Φαιστό της Κρήτης, τα Εκδύσια, οι άνδρες ντύνονταν γυναικεία και οι γυναίκες ανδρικά (Αντών. Λιβερ. Μεταμορφ. 17). Στα «Υβριστικά» στο Άργος, στα «Ωσχοφόρια», και στη λατρεία του Αφροδίτου, της ανδρόγυνης Κυπριακής Αφροδίτης γινόταν και ομαδικός γάμος μύησης.

Στη Σπάρτη ιδιαίτερα στο Δικτυιαίο (Παυσ. ΙΙΙ, 24-9), στις Λίμνες (Παυσ. ΙΙΙ, 4, 2) και στο ναό της Ορθίας Αρτέμιδος υπήρχε η παράδοση ότι ο θεός άρπαξε την Ελένη, όταν αυτή χόρευε (Πλουτ. Θησ. 31) γι’ αυτό στην εορτή της τιμούνται  οι χορεύτριες που ονομάζονται «κορυθαλίστριαι» και οι χοροί τους αποτελουσαν το κύριο μέρος της πανήγυρης. Με την επωνυμία Κορυθαλία (=συνώνυμο του Δάφνη) η τελετή πρέπει να μαρτυρεί ένα είδος δενδρολατρείας. Κατά τη διάρκειά της τελούνται χοροί ζωηρού και ευτράπελου χαρακτήρα, όπου μερικοί φορούσαν ξύλινα προσωπεία και λέγονταν κυριττοί: «οι ελόντες τα ξύλινα πρόσωπα κατά Ιταλίαν και εορτάζοντες την Κορυθαλία γελοιασταί».

Για τα προσωπεία (μάσκες) έχουν γίνει πολυάριθμες μελέτες καθ’ όλη τη διάρκεια της Αρχαιότητας, από τους πρωτόγονους μέχρι σήμερα και έχουν δοθεί διάφορες ερμηνείες. Η Κατ. Κακούρη γράφει: «Με την έρευνα της πρωτογονικής μάσκας, οι ανθρωπολόγοι, εθνογράφοι, μελετητές εικαστικών τεχνών εισέρχονται σε κόσμους παραμυθιού και αδυνατούν να προσδιορίσουν τους εξωλογικούς συμβολισμούς μεταμφιέσεων. Ενώ οι μάσκες και οι μεταμφιέσεις, που βρίσκονται σε συλλογές μεγάλων μουσείων, χρησιμοποιούνται στη μελέτη της Γενετικής του θεάτρου, οι μάσκες κυνηγών έχουν άλλη σκοπιμότητα. Επιδιώκουν να ξεγελάσουν δυσκολοπρόσιτα θηράματα, που ξεθαρρεμένα πλησιάζουν ή καθηλώνονται από τρόμο, όπως τα αγριοβούβαλα της Αμερικής, που τρέμουν τον λύκο. Διασώζονται μεταμφιέσεις κυνηγών σε λύκους. Ωστόσο μένει άγνωστο αν ένας μακρινός μεταμφιεσμένος σε σπηλαιογραφίες της Πρώιμης Παλαιολιθικής εποχής είναι ο πρώτος μάγος της ανθρωπότητας, που χόρευε, όπως χαρακτηρίστηκε ή είναι μεταμφίεση κυνηγού».

Οι χοροί μεταμφιεσμένων, τα προσωπεία αλλά και τα ενδύματα τα ίδια που φορούσαν οι ορχηστές, που αργότερα ονομάστηκαν τραγωδοί και κωμωδοί, όπως αναφέραμε, ήταν ιερά που έπρεπε να τους σέβονται οι συμπολίτες και οι ίδιοι οι τελούντες τα δρώμενα γίνονταν άθικτοι και απαραβίαστοι.

Οι τραγωδοί και οι κωμωδοί φορούσαν τις μάσκες για να διευκολύνουν τους  θεατές να τους ταυτίσουν με τα πρόσωπα που υποδύονταν. Οι προφήτες, οι μάντεις φορούσαν μάσκες για να χάσουν την προσωπικότητά τους και να μπορούν να μιλούν στο όνομα του θεού που εκπροσωπούσαν.

Για την ιστορία του χορού θα ήταν απαραίτητο να αναφέρουμε το μύθο του Πρωτέα που είχε την ιδιότητα να παίρνει όλες τις μορφές των ζώων που βρίσκονται πάνω στη γη. Όπως διηγούνται οι μυθογράφοι και οι ποιητές ή οι γλύπτες, οι αγγειοφόροι και οι χρυσοχόοι, ο Πρωτεύς μπορούσε ακόμη να μεταμορφωθεί σε νερό και σε φωτιά «… ο Πρωτεύς πήρε τη μορφή του λιονταριού, του φιδιού, της λεοπάρδαλης, του γουρουνιού και μετά του νερού και ενός δέντρου…» Οι ιδιότητες αυτές μεταμόρφωσης ερμηνεύτηκαν από τους ιστορικούς του χορού ως χορευτικές ιδιότητες ενός καλού χορευτή, ενός ανθρώπου δηλ. που ξέρει καλά να μιμείται του ικανού να παίρνει διάφορα σχήματα και μορφές. Μπορούσε να μιμηθεί και του νερού την υγρότητα και της φωτιάς τη ζωηρότητα στην κίνηση και του λιονταριού την αγριότητα και της λεοπάρδαλης την οργή και του δέντρου  τη δόνηση και εν γένει ό,τι άλλο ήθελε. Ο μύθος όμως τον παρέστησε κατά τρόπο παράξενο ότι δήθεν μεταβαλλόταν σε ό,τι μιμείτο.

Αυτό ακριβώς μπορεί να θεωρηθεί ότι αρμόζει στους χορευτές που τους βλέπουμε να αλλάζουν μορφές, όπως ο Πρωτεύς. Αλλά και η Εμπουσα, μια άλλη θεότητα που άλλαζε μύριες μορφές πρέπει να ήταν χορεύτρια, αλλά ο μύθος την παραμόρφωσε και αυτή τελείως. Κατά του μυθολόγους κάποτε το όνομά της ήταν απλά μια άλλη ονομασία της Εκάτης, της τρίμορφης γυναικείας θεότητας του Άδη και των σταυροδρομίων, ή κάποτε άλλοτε εμφανίζεται και ως ανεξάρτητη θεότητα. Η ικανότητά της να αλλάζει μορφή θυμίζει λίγο την περίεργη σωματική κατασκευή της Σκύλλας. Αν συναντούσε κανείς την Έμπουσα στην είσοδο του Κάτω Κόσμου – όπως συμβαίνει σ’ ένα έργο του Αριστοφάνη – αυτή η τερατώδης μορφή παρουσιαζόταν άλλοτε σαν αγελάδα, άλλοτε σαν μουλάρι, άλλοτε σαν ωραία γυναίκα και άλλοτε σαν σκύλα. Το πρόσωπό της έλαμπε σαν τη φωτιά. Το ένα της πόδι ήταν χάλκινο. Άλλοι μιλούν απλά για τα χάλκινα σανδάλια που η Έμπουσα ή η Εκάτη φορούσε ως «ταρταρούχος» δηλ. ως εξουσιάστρια στα Τάρταρα. Άλλοτε πάλι, όταν εμφανίζεται σαν εύθυμη θεά, φοράει χρυσά σανδάλια. Το άλλο πόδι της Έμπουσας ήταν λερωμένο από την κοπριά του ζώου που μεταμορφωνόταν. Στη συνέχεια η μυθολογία διηγείται τόσα πολλά που μόνο συμβολικά μπορούν να κατανοηθούν.

Χάλκινο πόδι είχαν, ή μάλλον μέταλλο στο ένα παπούτσι τοποθετούσαν μεταγενέστερα οι χορεύτριες για να κτυπούν το πόδι στο χορό με ρυθμό. Μέταλλα έχουν σήμερα στα παπούτσια τους οι χορεύτριες στον Ισπανικό χορό. Τα σανδάλια και τα πόδια είναι εκείνα που συχνά τονίζονται και τραγουδιούνται στους χορούς των Μουσών και των θεαινών. Όλη η εικόνα που ζωγραφίζεται από το μύθο της Έμπουσας είναι «χορευτική». Δεν αποκλείεται δε στην όλη διήγηση να υποκρύπτεται ενόπλιος χορός.

Ο θίασος στη «Λυσιστράτη» αφού τελείωσε η διποδία (273-322) μπαίνει σε σχηματισμό αναμίξ, ήτοι άνδρας και γυναίκα πλάι – πλάι και κατ’ αυτό τον τρόπο χορεύει ένα χορό που λέγεται Καλλίνικος (σημ. ο καλός νικητής). Στο σχηματισμό ο Καλλίνικος μοιάζει με τον Όρμο. Αρχικά σχετιζόταν με τον Ηρακλή, μπορούσε όμως να προσφερθεί σε κάποιον άλλον ήρωα ή θεότητα με την ευκαιρία αθλητικής ή στρατιωτικής νίκης. Η χορογραφία του ποικίλλει σε σχήματα πομπής, ελικοειδές ή ορθογώνιο σχήμα. Συνηθιζόταν και στην τραγωδία και στην κωμωδία.

Σε εικόνα που έχουμε από ερυθρόμορφο αγγείο του Στ’ αι. και βρίσκεται στο Μουσείο Municipale Corneto της Ιταλίας, βλέπουμε χορό θρησκευτικό που συνδέεται με τη λατρεία του Ηρακλή. Νέοι άνδρες ντυμένοι γυναίκες, πιασμένοι από το χέρι, χορεύουν κάποιον ιερό χορό. Ίσως παριστάνουν τις Νηρηίδες γιατί στη μέση της παράστασης εικονίζεται η πάλη του Ηρακλή με τον φιδόμορφο Τρίτωνα. Ο χορός είναι ένας τύπος καλλίνικου που εκτελούσαν άνδρες ντυμένοι γυναίκες. Συμπεραίνουμε ότι είναι άνδρες γιατί τα πρόσωπα των ανδρών στις αρχαίες αγγειογραφίες ζωγραφίζονταν με το μαύρο, συμβατικό καλλιτεχνικό χρώμα και των γυναικών με το άσπρο.

Η συνήθεια αλλαγής ενδυμασίας από γένος σε  γένος ήταν γνωστή στην αρχαιότητα. Το φαινόμενο παρατηρείται και σε άλλους λαούς της γης μέχρι σήμερα. Μητριαρχικό κατάλοιπο, ίσως συμβολίζει τη μητρότητα, τη γονιμότητα, ή ίσως επικαλείται ή γίνεται σε ανάμνηση κάποιου γεγονότος. Στην Αρχαία Ελλάδα το φαινόμενο αυτό παρατηρείται πολλές φορές.

Ο Πλούταρχος (θησ. 23) μας διηγείται τα εξής:

«Οι Αθηναίοι…. τελούν την εορτή των Ωσχοφορίων, την οποία ο Θησεύς καθιέρωσε. Διότι όπως διηγούνται δεν είχε πάρει τότε μαζί του όλες τις κληρωθείσες παρθένους, αλλά μεταξύ αυτών υπήρχαν και δύο νεανίσκοι με γυναικεία μορφή, αλλά ανδρείοι στην ψυχή και πρόθυμοι. Αυτούς λοιπόν με θερμά λουτρά και αφού έμειναν κάτω από σκιά, με αλοιφές στα μαλλιά τους και κάθε δυνατή επιμέλεια ώστε να γίνει απαλό το δέρμα και το χρώμα τους, αφού τους άλλαξε, όσο το δυνατόν και τους δίδαξε να ομιλούν, να φέρονται και να βαδίζουν, ώστε να ομοιάζουν κατά το δυνατό με παρθένους και να μη φαίνονται καθόλου ότι διαφέρουν, τους κατέταξε μεταξύ των παρθένων…. Όταν δε επέστρεψε, πήρε μέρος στην πομπή και αυτός και οι νεανίσκοι, ντυμένοι κατά τον ίδιο τρόπο, όπως ντύνονται τώρα και όταν φέρουν τα κλήματα, που ονομάζονται οισχοί. Τα φέρουν χάρη του Διονύσου και της Αριάδνης σε ανάμνηση του μύθου ή μάλλον γιατί επέστρεψαν, όταν έγινε η συγκομιδή των καρπών. Οι δειπνοφόρες (αι δειπνοφόροι) εξ άλλου παραλαμβάνονται στη θυσία και παίρνουν μέρος σ’ αυτήν, μιμούμεναι τις μητέρες εκείνων που κληρώθηκαν, σε ανάμνηση του ότι και εκείνες έρχονταν και τους έφερναν διάφορα ψώνια και τρόφιμα» (μετ. Α. Πουρνάρα).

Στα Μυκηναϊκά κέντρα λατρείας γυναίκες ιέρειες είχαν ως αποστολή να φυλάσσουν τον ιερό θησαυρό, να ασχολούνται με τους βωμούς και τα ιερά του παλατιού ή να κρατούν το κλειδί του  ιερού τάφου της θεάς και του βωμού. Οι ιέρειες και οι κλειδούχες αυτές, όπως οι «πέλειαι» και «πελειάδες» του ιερού της Δωδώνης, πρόσωπα υψηλής βαθμίδας, φορούσαν μακρύ φόρεμα και χιτώνα, ενδυμασία που φορούσαν και οι άνδρες ιερείς. Μέχρι σήμερα οι ιερείς φορούν γυναικεία ρούχα.

Στη Σπάρτη υπήρχε, μεταγενέστερα ένας οργιώδης χορός, η βρυδάλιχα, στον οποίο άνδρες φορούσαν μάσκες και ρούχα γυναικεία.

Κάποτε και οι «πεπλοφόρες κυρίες» (γυναίκες τυλιγμένες σε μακρούς, βόρειους χιτώνες με καλυμμένα χέρια, κάποτε και πρόσωπο) που χορεύουν προς τιμήν της Δήμητρας και της Περσεφόνης ή του Άδωνι, ή του Διόνυσου, θεωρούνται ότι είναι άντρες, όπως άντρες με γυναικεία αμφίεση είναι  οι χορεύτριες που χορεύουν στις εορτές των Μαιμακτηρίων.

Στη συνέχεια πολύς λόγος γίνεται από τους συγγραφείς για όμορφους χορούς που δύο χορευτές παριστάνουν τον Διόνυσο και την Αριάδνη. Στο «Συμπόσιο» του Ξενοφώντος ζωηρά περιγράφεται η παρουσία μιας εξαίρετης χορεύτριας που στολισμένη σαν νύμφη κάθεται στον θρόνο. Στο άκουσμα του άσματος του Βάκχου σηκώθηκε και περίμενε τον Διόνυσο που εμφανίστηκε στη σκηνή χορεύοντας με διάφορα σχήματα, ώσπου πήρε στα χέρια του την Αριάδνη και άρχισαν να χορεύουν έναν δυνατό ερωτικό χορό.

Στην αλλαγή ενδυμασίας ή στη μεταμφίεση από φύλο σε φύλο οφείλεται και η αντιφεμινιστική μεταγενέστερη δοξασία ότι ο αντίχριστος είναι «μία γυνή αισχρά, Μόνδιον εκ του Πόντου, βακχεύτρια, του διαβόλου θυγάτηρ μάγισσα και αρρενοθηλυμανής»…. και όταν κάνει την εμφάνισή της «έσονται κιθάραι και ορχήσεις και τραγωδίαι σατανικαί». Παρ’ όλη την πικρή διάθεση του ασκητή, η προφητεία για την έλευση του αντίχριστου είναι στ’ αλήθεια γοητευτική: τραγούδια και κιθάρες και μια χαριτωμένη μιμάδα που θα χορεύει πάνω στις ψυχές μας!

Και στην εποχή του Βυζαντίου σε κοινωνικό ξεπεσμό δημιουργούνται γελοίες καταστάσεις και μια αυλητρίδα ντυμένη ανδρικά και καβάλα στο άλογο προπομπεύει τον Πατριάρχη.

Αλλά οι αντιλήψεις αυτές των Βυζαντινών δεν ανέκοψαν την παράδοση. Πολλές φορές η εκκλησία καταράστηκε τους χορούς και ιδιαίτερα τους χορούς των μεταμφιεσμένων και ζωομασκαρεμένων. Έριχνε δε στο πυρ το εξώτερον τους μεταμφιεσμένους από το ένα φύλο στο άλλο, αλλά στο τέλος αναγκάστηκε άλλους να τους δεχτεί και άλλους να τους κηδεμονεύσει. Ο  Βάκχος έγινε Άγιος Βάκχος και οι χοροί στον Απόλλωνα και την Άρτεμη έγιναν χοροί και πανηγύρια στον Άι Γιώργη και την Παναγία που προς τιμήν της στήνονται κάθε χρόνο απέραντα χοροστάσια και πολλοί νησιώτες μας λατρεύουν μια Παναγιά Χορεύτρα.

 

Loading...